Skip to main content

Κομμάτι 18 - Ν.Π.Κ.


 (Κομμάτι 18, όπως όταν ξεκίνησα να ζω)

Οι δρόμοι τα βράδια, με κάνουν να σκέφτομαι όλους αυτούς τους ανθρώπους κλεισμένους στα κουτιά τους (δωμάτια), να κοιμούνται. Ήσυχοι ίσως. Μέχρι να ξημερώσει. Οι ώρες που οι ζωές τους δεν κυλάνε ενεργά. Και με κάνει να θέλω να ξέρω κάθε καθημερινότητα και κάθε σκέψη όλων αυτών που κοιμούνται.

Τα δωμάτια στα σπίτια που έχουν μείνει μόνα για αιώνες, μου δημιουργούν τόσο έντονα συναισθήματα. Σα να αποτυπώθηκαν στα ερείπια τους όλα όσα ένιωσαν οι κάποτε ένοικοι τους. Και πάλι θέλω να ξέρω, τις ιστορίες τους.
Όλα συνδέονται.
Το χάος που αγαπώ.
Πριν λίγο καιρό μπήκα πρώτη φορά μέσα στο πολυτεχνείο. Από τη μια, η κοινή λογική μου έλεγε πως είναι ακραίο να υπάρχει η μάθηση και η παιδεία μέσα σε έναν χώρο μπουρδέλο, τοίχοι γεμάτοι συνθήματα, αίθουσες τσαντίρια, ξηλωμένα μπάνια, βρωμιά. Από την άλλη, όλο αυτό έκανε τη καρδιά μου να χτυπά και να με ενθουσιάζει και να θέλω να είμαι εκεί.
Το ίδιο με τα Εξάρχεια. Όσο σοκ μου προσέφεραν εμένα -το κορίτσι του κολεγίου- τη πρώτη φορά που πήγα, άλλο τόσο ερωτευόμουν κάθε βαμμένο τοίχο και κάθε γωνία και χαμένη ύπαρξη. Το ένιωθα μέσα μου, σα να ήξερα πριν να μάθω, για τους τραγουδοποιούς, τους όμορφα τρελούς και τις ποιήτριες που περπάτησαν εκεί και κάτι άλλαξαν για κάποιους.
Ό,τι είναι απλό, ό,τι είναι δύσκολο και έχει πόνο, ό,τι χρειάζεται να παλέψεις, ό,τι είναι επιμελημένα βρώμικο, ό,τι προσφέρει καλλιτεχνική ψύχωση, κάθε ταλαιπώρια και κάθε ελκυστικά ακραία σκέψη. Κάθε ένας που έχει πραγματικά κάτι να πει, αλλά ίσως να μη το πει ποτε. Ή τουλάχιστον όχι όπως θες να το πει. Όλα αυτά και αυτοί, είναι οι καύλες μου. Καυλώνω με τους ανθρώπους που τα ζουν όλα ακραία, επειδή δε μπορώ να είμαι εγώ έτσι. Και με τα αντικείμενα και τα σπίτια και τους δρόμους τους που παίρνουν το άρωμα και την προσωπικότητά τους. Γι’ αυτό ψάχνω πάντα ιστορίες.
Κάποτε μπήκα σε ένα καράβι της επιστροφής από το πιο μακρινό ταξίδι. Και παίξανε στα όργανα κομμάτια δύσκολα για το μυαλό. Στεναχωρέθηκα που αυτό το απλό και “άλλο”, είναι κάθε βαμμένος με κηρομπογιές τοίχος της ψυχής μου, όπως αυτοί που έβαφα μικρή στο σπίτι. Κι εγώ πάω και πετάω συνέχεια πάνω τους άσπρες πλαστικές μπογιές να κρύψω τις μουτζούρες. Που ανήκω.
Μακάρι κάποιος να καταλάβει τι γράφω. Μακάρι κάποιος να βγάλει νόημα. Μακάρι κάποιος να καταλάβει καλύτερα από μένα.
Να,  γι’ αυτό έγραφα πάντα τέτοιες ιστορίες.


Το Δώρο
“...Ξεκίνησε να πίνει. Και έπινε, έπινε, έπινε. Μέχρι που πήγα σχολείο, ήταν
επίσημα ένας ξεπεσμένος αλκοολικός. Το σπίτι είχε μετατραπεί σε μια τρώγλη, και
στο μπακάλικο ο κόσμος έδειχνε να φοβάται να θέλει να πατήσει το πόδι του. Έτσι
λοιπόν, μετά βίας τα λεφτά που έβγαζε συντηρούσαν τον αλκοολισμό του και μια
περίπου βασική σίτιση…”
-----------------
Μέταλλο
“- Μου τη πέφτεις;
- Όχι. Ούτε εσύ είσαι ακριβώς ο τύπος μου. Προτιμώ κάτι σε πιο μαύρο και πιο
μεταλλικό. Εσύ αγόρι είσαι πλαστελίνη.
Είναι το μόνο που με κάνει να θυμάμαι ότι όλο αυτό ήταν πραγματικότητα. Ότι υπήρξε. Ότι γνώρισα μια νεράιδα και μου άφησε κάτι από τον κόσμο της. Και όταν το
άγγιζα πάλι ένιωθα τη μικρή ταχυπαλμία όπως όταν της πρωτοχάιδεψα το
κορμί. Σα να ήμουν πάλι αγοράκι στο πανεπιστήμιο.”
-----------------
Αντάλλαγμα
“...Ο πατέρας μου θεώρησε υποχρέωση του να την επισκεφτεί. Γι να της
ζητήσει συγνώμη; Ούτε που κατάλαβα γιατί. Τον άκουσα κρυφά το βράδυ που γύρισε
να μιλάει στη μητέρα μου για το πώς δε μπόρεσε να δει το πρόσωπο της που ήταν
καλυμμένο με επιδέσμους. Αλλά τι με ένοιαζε εμένα; Εγώ συνέχιζα
να είμαι καλά.
Έκανα και σχέση με έναν από αυτούς, τον
Γιάννη. Δε ξέρω γιατί. Ίσως επειδή κατά βάθος τον λυπόμουν. Εκείνος ήταν σε
χειρότερη θέση από μένα από τότε που γεννήθηκε. Τον συμπονούσα κατά βάθος.
Ήταν καλός μαζί μου. Μου έδινε και λεφτά. Ένιωθα βέβαια σαν την πουτάνα του…”
-----------------
Χτυπάει την πόρτα
“...Σηκώθηκα ένα βράδυ και μάζεψα όλα τα πράγματα μου. Έκανα το
τελευταίο πράγμα που περίμενα ποτέ ότι θα κάνω. Έφυγα από το σπίτι. Αυτή την λύση
την είχα βάλει σε ένα κουτάκι στο μυαλό μου με την ένδειξη ‘για ώρα έκτακτης
ανάγκης’, αλλά και μόνο η ιδέα να φύγω και να ζήσω μόνη μου με τρόμαζε, οπότε είχα
κλειδώσει καλά το κουτί και είχα εξαφανίσει το κλειδί.
Έτσι, χωρίς να το περιμένω, ο εαυτός μου με ξεγέλασε και παραβίασε το κουτάκι
με την λύση έκτακτης ανάγκης. Πήρα μια πολύ μεγάλη βαλίτσα και έβαλα μέσα ότι
μεγαλύτερης αξίας αντικείμενα είχα και λίγα ρούχα. Δεν άφησα ούτε σημείωμα όταν
έφυγα. Δεν υπήρχε τίποτα να θέλω να πω…”
-----------------
Άλλος Πόνος
“...Τα πάντα μου νιώθουν εσένα. Με γράμματα σχηματίζω τα’ όνομά σου και το κοιτάζω ξανά και ξανά μήπως η μορφή σου ζωντανέψει από τις λέξεις.
Και το ξέρω και δε με νοιάζει κι ασήμαντα όσα γράφω
γιατί τίποτα δε θα διαβάσεις, τίποτα δε θα ακούσεις, κι εγώ τίποτα δε θα ζήσω.
Ο τρόπος που περπατάει, αναγνωρίσιμος. Τα ρούχα που φοράει, αναγνωρίσιμα. Τα μαλλιά της, το πώς κρατάει το τσιγάρο, τι παραγγέλνει, πως γελάει (το άψογο γέλιο της που αναγκάζει κι εσένα να χαμογελάσεις). Όλα αναγνωρίσιμα. Και τότε αυτό το πακέτο με τα προσωπικά σου
αφανέρωτα και υποσυνείδητα ιδανικά, έρχεται και κάθετε δίπλα σου…”
-----------------
Πάντα Απροσδόκητος
“...Περπατούσε κομψά μέσα στα άκομψα φαρδιά ρούχα της. Βάδιζε ανάλαφρα πάνω στα βαριά παπούτσια της. Ο Αργύρης λες και τα ένιωσε όλα. Το απαξιωτικό βλέμμα της, το λεπτό χέρι της όταν συστηνόντουσαν. «Οι κεραίες του τρελαίνονταν κοντά της» και ήθελε πάση θυσία ν’ ανακαλύψει τι ήταν αυτό που τον είχε σκαλώσει τόσο. Εκείνη δεν έβλεπε το ίδιο σ’ εκείνον.
Σε κάποια φάση το τηλέφωνό της χτύπησε. Έψαχνε για ώρα να το βρει μέσα
στη τσάντα της, ανάμεσα στα πράγματά της, και όταν τελικά αντίκρισε τον αριθμό
του Αργύρη, ένιωσε πως είχε έρθει η ώρα να είναι εκεί που ανήκει. «Δε σου υπόσχομαι ότι είναι η τελευταία φορά που σε παίρνω τηλέφωνο, αν και κάθε φορά λέω στον εαυτό μου ότι θα είναι η τελευταία. Είμαι στην Κύμης. Σε περιμένω.» … ”
-----------------
Ρεβέκκα
“...Κι εγώ έτρωγα ξύλο γιατί είμαι μια σάπια πόρνη απ τα 15 μου, κι από μέσα τους
χαίρονταν οι λάμιες που τα ζώα οι άντρες κρέμονται απ το κούνημα τω γοφών μου. Και
ήταν περήφανες. Αλλά απ’ έξω σαδίστριες, με ταπείνωναν για όσα εκείνες έκαναν όσο
Ζούσα.
Η γιαγιά Ρεβέκκα δε μας άφηνε να τη λέμε γιαγιά. Ρεβέκκα ήθελε να τη
φωνάζουμε. Φορούσε πάντα ανοιχτόχρωμα ρούχα και έντονες κολόνιες. Σχιστά
μαύρα μάτια. Μαύρα μακριά μαλλιά πιασμένα πάντα κότσο, περίτεχνα με κινέζικες
βελόνες. Ψιλή γυναίκα, με χάρη. Ακόμα και στο φέρετρο τη μέρα της κηδείας της
φαινόταν γοητευτική. Και παρ’ όλα αυτά τρομακτική, μυστήρια. Ναι ήταν
πανέμορφη. Όπως και η μάνα μου κι εγώ. Η κατάρα των θηλυκών στην οικογένεια.
Πέθανε στα 77 της. Λες και το ήξερε, ο μαγικός της αριθμός ήταν το 77. 77 οι κάρτες
στην μυστικιστική της τράπουλα. 77 λεπτά τοκετού. 7/7 τα γενέθλια της. 7/7 ψόφησε.
Η κωλοαρρώστια πάλι. Χα! Η χαζή, δε θυμόταν ότι είχε ξεμείνει με τον καρκίνο, τη
μάνα μου…”
-----------------
Story
“...Όταν δεν έχεις σκοπό, ξέρεις,
ασχολείσαι με όλα τα μικροπράγματα που μπορούν να σου χαλάσουν τη διάθεση, που στην
ουσία είναι τόσο μικρής σημασίας, αλλά παρ’ όλα αυτά αρκετά ικανά ώστε να σε κάνουν να
βάλεις μαχαίρι στις φλέβες σου. Και τελικά τα βάζεις με τον εαυτό σου γιατί σε άφησες να παρασυρθείς στον πιο αργό θάνατο που υπάρχει, για μικροπράγματα. Για τα μικροπράγματα.
Ήταν λολίτα, ήταν ηδονή, ήταν άσχημη μες την πλούσια ομορφιά
της. Αυτοκαταστροφική και υποτελής στην τελειότητα. Άγιο μυαλό, σατανικές σκέψεις.
Αγαπούσε τα πάντα, μισούσε λίγο. Ζούσε σε ένα μικρό σπίτι, σε ένα μικρό προάστιο και πήγαινε σ’ ένα μικρό σχολείο. Όλα μικρά στη τεράστια ζωή της, στη μεγάλη προσωπικότητά της.
Φαινόταν σα να βρίσκεται στην άλλη άκρη της γης. Εκείνος που γεννήθηκε για εκείνη.
Όταν ο θεός τον έφτιαχνε, 3 χρόνια πιο πριν, δε κατάφερε να τον ολοκληρώσει. Και έφτιαξε την
συνέχειά του στο πρόσωπο της. Ο μισός εαυτός του μέσα της, αυτό που του έλειπε…”


| Τα παραπάνω είναι αποσπάσματα από πολύ παλιές δικές μου ιστορίες |

Comments

Popular posts from this blog

ΤΑ ΖΩΔΙΑ ΟΠΩΣ ΤΑ ΕΖΗΣΑ

ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΠΕΙΔΗ ΛΑΜΒΑΝΩ ΠΟΛΛΑ ΚΟΜΠΛΕΞΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΠΟΥ ΜΕ ΚΡΑΖΟΥΝ, ΘΕΛΩ ΝΑ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΩ ΟΤΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΣΑΤΥΡΙΚΟ/ΧΙΟΥΜΟΡΙΣΤΙΚΟ. ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (οσο πραγματικα μπορει να ειναι τα ζώδια τέλος πάντων, ανάλογα με το πόσο πιστεύει ο καθένας) ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΟ ΠΩΣ ΓΝΩΡΙΣΑ ΕΓΩ ΑΤΟΜΑ ΤΩΝ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΩΝ ΖΩΔΙΩΝ... ΤΟ ΕΞΗΓΩ ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!! ΔΗΛΑΔΗ SERIOUSLY, ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΝΑ ΜΟΥ ΚΑΝΕΤΕ ΗΛΙΘΙΑ COMMENTS ΟΤΙ ΕΙΜΑΙ ΑΝΑΣΦΑΛΗΣ ΚΑΙ ΔΕ ΞΕΡΩ ΤΙ ΛΕΩ ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΧΕΙ ΑΠΛΑ ΣΚΟΠΟ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΠΛΑΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΚΑΚΕΣ ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΩΝ ΖΩΔΙΩΝ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΜΕΡΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΧΩ ΖΗΣΕΙ ΑΠΟ ΦΙΛΟΥΣ/ΓΝΩΣΤΟΥΣ ΚΤΛ! ΠΑΡΤΕ ΤΗ ΖΩΗ ΣΑΣ ΛΙΓΟ ΠΙΟ ΑΝΑΛΑΦΡΑ ΘΑ ΣΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΑΛΟ... Love JNM!
Αυτό το κείμενο δεν έχει να κάνει με τα ζώδια όπως τα γράφουν τα περιοδικά ή όπως τα περιγράφουν οι αστρολόγοι. Έχει να κάνει με τα ζώδια όπως τα έχω ζήσει εγώ. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο κάποια ζώδια θα έχουν μεγαλύτερη ανάλυση και κάποια όχ…

Things MY life taught me

Όταν θες να είσαι κάπου στην ώρα σου, θα συμβεί το οτιδήποτε για να αργήσεις, σκουπιδιάρικο μπροστά σου, ατύχημα στην Κηφισίας, πορεία στο κέντρο. Υπάρχει βέβαια και η εναλλακτική λύση του να ξεκινήσεις πολύ νωρίτερα με αποτέλεσμα να φτάσεις 20 λεπτά πριν το ραντεβού και να περιμένεις…και τελικά να σε στήσουν.Τα φανάρια είναι πάντα πράσινα όταν θες ν’ αλλάξεις το cd, ή να βρεις το κινητό σου στη τσάντα, ή να βάλεις lipgloss.Όταν χαλάει η σύνδεση στο internet, σκέφτεσαι ένα εκατομμύριο πράγματα που θα μπορούσες να κάνεις αν είχες δίκτυο. Με αποτέλεσμα όχι μόνο να φρικάρεις που δεν μπορείς να αξιοποιήσεις τον ελεύθερο χρόνο σου, αλλά να νιώθεις και τρόμο που είσαι τόσο εξαρτημένος από την τεχνολογία. Βέβαια, με το που θα αποκατασταθεί η βλάβη, θα μπεις δέκα λεπτά στο facebookκαι στη συνέχεια θα βαριέσαι που δεν έχεις τίποτα να κάνεις στο ιντερνετ και θα αναρωτιέσαι ποια ήταν όλα αυτά τα χιλιάδες πράγματα που είχες να κάνεις μια…

Κομμάτι 21 - The .D. Issues

Πέμπτη δημοτικού πρέπει να ήμουν όταν έχασα τον πατέρα μου. Για εμένα, ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες. κάποιος άγνωστος κύριος πέθανε. Η μαμά μου με αγκάλιασε και μερικές μέρες μετά, με ντύσανε να πάμε στο 1ο νεκροταφείο -γκράντε κηδεία- να χαιρετίσουμε. Θυμάμαι να πλησιάζουμε στο χώρο που ήταν το φέρετρο. Είδα τη νονά μου και της έσκασα χαμόγελο γιατί με είχαν μάθει να δείχνω χαρούμενη όταν βλέπω τη νονά μου. Εκείνη δε χαμογέλασε πίσω κι εγω ατάλαβα οτι έκανα μαλακιάρα γιατί είμαστε σε κηδεία. Και στις κηδείες δε σκάνε χαμόγελα επειδή βλέπουν κάποιον. Κι εγώ ήμουν το τιμώμενο πρόσωπο εκεί. Αυτό που θα έπρεπε να είναι το πιο θλιμμένο. Μετά απο αυτό η γιαγιά μου με πήρε να πάμε βόλτα να δούμε την αρχιτεκτονική και τους τουριστικού ενδιαφέροντος τάφους της Αλίκης και του Ανδρέα. Θεώρησε πως είμαι πολύ μικρή για να βρίσκομαι παρούσα σε αυτό. Στη συνέχεια καθίσαμε έξω και ήρθε η ετεροθαλής αδερφή μου που ίσως να ήτανε και 30 τότε, να δει τι κάνω. με είχε δει άλλη μια φορά στη ζωή της κ…